- Αρχική
- Το Υπουργείο
- Εξωτερική Πολιτική
- Επικαιρότητα
- Υπηρεσίες
- Επικοινωνία
Κυπριακό
Το Κυπριακό ζήτημα έχει βαθιές ιστορικές ρίζες.
Η έναρξη, όμως, της σύγχρονης φάσης του σηματοδοτείται από την Τουρκική
εισβολή τον Ιούλιο του 1974 και την έκτοτε κατοχή του βορείου τμήματος
της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Το Κυπριακό ζήτημα, στη σύγχρονη μορφή
του, αποτελεί κλασική περίπτωση διεθνούς προβλήματος εισβολής και
κατοχής από ξένες δυνάμεις εδάφους κράτους, μέλους των Ηνωμένων Εθνών
αλλά και της Ε.Ε. Τριάντα έξι χρόνια από την τουρκική εισβολή και παρά
την ύπαρξη πληθώρας Αποφάσεων των Η.Ε. και προσπαθειών της διεθνούς
κοινότητας, η Τουρκία εξακολουθεί να αρνείται να αποσύρει τις
στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής από την Κύπρο. Επί του παρόντος, 43.000
Τούρκοι στρατιώτες σταθμεύουν παράνομα στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, το
οποίο χαρακτηρίζεται από τον Γενικό Γραμματέα των Η.Ε. ως μία από τις
πλέον στρατιωτικοποιημένες περιοχές στον κόσμο.
Το Κυπριακό
συνιστά, επίσης, χαρακτηριστική περίπτωση συνεχούς, κατάφωρης και
μαζικής παραβίασης βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών από την
Τουρκία. Συγκεκριμένα, η Τουρκία παραβιάζει τα δικαιώματα των
Ελληνοκυπρίων προσφύγων, των αγνοουμένων και των συγγενών τους, καθώς
και των εγκλωβισμένων στο κατεχόμενο τμήμα της νήσου, ενώ προβαίνει με
συστηματικό τρόπο σε παράνομο εποικισμό και καταστροφή της πολιτιστικής
κληρονομιάς στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου.
Ο γενικά
παραδεδεγμένος στόχος της επίλυσης του Κυπριακού ζητήματος, όπως
αποτυπώνεται στις αποφάσεις των Η.Ε., είναι η ενοποίηση της νήσου και η
ειρηνική συνύπαρξη των δύο κοινοτήτων στο πλαίσιο ενός ενιαίου κράτους
υπό ομοσπονδιακή μορφή.
Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην
ΕΕ, το 2004, δημιούργησε νέα δεδομένα που αποτελούν θεμελιώδεις
παραμέτρους της επίλυσης του Κυπριακού, καθώς πλέον η όποια λύση θα
πρέπει να είναι απολύτως συμβατή με το θεσμικό και νομικό πλαίσιο της
ΕΕ, και βεβαίως με τις αρχές και αξίες στις οποίες στηρίζεται. Από την
άλλη πλευρά, η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ προσφέρει δικλείδες ασφαλείας
για τη βιωσιμότητα και την εύρυθμη και ομαλή λειτουργία του ενωμένου
κυπριακού κράτους καθώς και για την ειρηνική συμβίωση των δύο
κοινοτήτων. Υπό το φώς των νέων δεδομένων, το Κυπριακό δεν μπορεί να
αντιμετωπίζεται πλέον μέσα από το αναχρονιστικό πρίσμα του παρελθόντος.
Μετά
από μία περίοδο σχετικής στασιμότητας που ακολούθησε την καταψήφιση του
Σχεδίου Ανάν, τον Απρίλιο του 2004, από την πλειοψηφία του κυπριακού
λαού, ξεκίνησαν το 2009, με πρωτοβουλία του νέου Προέδρου της Κυπριακής
Δημοκρατίας κ. Χριστόφια, νέες απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ των
ηγετών των δύο κοινοτήτων με τη μεσολάβηση των Η.Ε.
Κατά τις
διαπραγματεύσεις αυτές, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα, έχουν μεν
σημειωθεί συγκλίσεις σε κάποια θέματα, αλλά ελάχιστη πρόοδος έχει
πραγματοποιηθεί σε ορισμένες καίριες πτυχές, όπως για παράδειγμα, το
εδαφικό, οι εγγυήσεις και η ασφάλεια, το περιουσιακό και η αποχώρηση των
παράνομων εποίκων. Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Χριστόφιας
προέβη σε μια δέσμη προτάσεων για την προώθηση των διαπραγματεύσεων, με σκοπό να παράξουν σύντομα
αποτελέσματα, οι οποίες όμως δεν έγιναν δεκτές από τουρκικής και
τουρκο-κυπριακής πλευράς.
Βασικός λόγος για την έλλειψη
ουσιαστικής προόδου στα μείζονα ζητήματα αποτελεί η διχαστική προσέγγιση
της τουρκικής και τουρκοκυπριακής πλευράς που έχει ως κεντρικό άξονα
την δημιουργία δύο ανεξάρτητων στην πραγματικότητα κρατών που θα
συνυπάρχουν στο πλαίσιο ενός χαλαρού συνομοσπονδιακού σχήματος. Η στάση
αυτή δεν συνάδει ούτε με τον διακηρυγμένο και γενικά αποδεκτό στόχο
επανένωσης της νήσου, ούτε με τη συμπεφωνημένη βάση των
διαπραγματεύσεων, ούτε με το πλαίσιο επίλυσης του Κυπριακού που
προβλέπουν οι αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών, αλλά ούτε και με το
ζητούμενο της βιωσιμότητας του ενιαίου κυπριακού κράτους και την εύρυθμη
λειτουργία του εντός των δομών της ΕΕ. Οι συνεχείς προσπάθειες της
τουρκικής πλευράς να αναβαθμίσει πολιτικά την τουρκοκυπριακή αποσχιστική
οντότητα, την οποία ουδέν άλλο κράτος πλην της Τουρκίας αναγνωρίζει,
εντάσσονται στο πλαίσιο της διαιρετικής αυτής «φιλοσοφίας».
Καίριο
ρόλο στην λύση του Κυπριακού διαδραματίζει η Τουρκία, η οποία επηρεάζει
και καθοδηγεί την τουρκοκυπριακή πλευρά, διατηρώντας παρανόμως
στρατεύματα στο νησί, έχοντας εγκαταστήσει περισσότερους από 160.000
εποίκους, Τούρκους υπηκόους στα κατεχόμενα και επιδοτώντας τον
προϋπολογισμό της αποσχιστικής οντότητας με πολλές εκατοντάδες
εκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Δυστυχώς, παρά τη ρητορική στήριξη της
Άγκυρας στις διαπραγματεύσεις, η πραγματική της θέση αποτυπώνεται στις
κατά καιρούς δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων περί δυο λαών και κρατών,
περί κόκκινων γραμμών, περί ανάγκης για αλλαγή της βάσης διαπραγμάτευσης
και αναζήτησης «εναλλακτικών» λύσεων.
Η Τουρκία εξακολουθεί να
μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία είναι μέλος των Η.Ε.
και αναγνωρίζεται από όλα τα μέλη της διεθνούς κοινότητας πλην της
Τουρκίας, αλλά και πλήρες μέλος της ΕΕ. Όσον αφορά το τελευταίο αυτό
σημείο, η αναγνώριση της Κύπρου από την Τουρκία, εκτός του ότι αποτελεί
ενταξιακή υποχρέωση της Τουρκίας (Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Συμφωνίας της
Άγκυρας, Δήλωση ΕΕ 21ης Σεπτεμβρίου 2005), ενέχει και ένα στοιχείο
έντονης παραδοξότητας, δεδομένου ότι η Τουρκία επιδιώκει να ενταχθεί σε
έναν οργανισμό του οποίου δεν αναγνωρίζει ένα πλήρες μέλος.
Για
την Ελλάδα το Κυπριακό αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα της εξωτερικής
της πολιτικής, αφενός λόγω της ιστορικής εμπλοκής της στο ζήτημα ως
απόρροια της εθνικής συγγένειας με τους Ελληνο-κυπρίους που αποτελούν
μέρος του ευρύτερου ελληνισμού, αφετέρου διότι είναι μία από τις τρεις
εγγυήτριες δυνάμεις, σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγγυήσεων που υπεγράφη στο
πλαίσιο των Συμφωνιών Λονδίνου-Ζυρίχης το 1960.
Αποτελεί, πάντως,
βασική θέση της Ελλάδος ότι ο Κυπριακός λαός, Ελληνο-κύπριοι και
Τούρκο-κύπριοι, θα πρέπει να αποφασίσει μόνος του για το κοινό του
μέλλον χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις και αναμείξεις. Η λύση του Κυπριακού
θα πρέπει να προέλθει από τους Κυπρίους και να προορίζεται για τους
Κυπρίους.
Για την Ελλάδα, το Κυπριακό παραμένει διεθνές πρόβλημα
εισβολής και κατοχής. Η απαράδεκτη αυτή κατάσταση αποτελεί κατάφωρη
παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου, συνιστά απειλή για την ασφάλεια και την
ευημερία τόσο των Ελληνο-κυπρίων όσο και των Τουρκο-κυπρίων και
αποσταθεροποιητικό παράγοντα στην ευρύτερη περιοχή.
Η πλήρης
εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν νοείται και δεν είναι εφικτή
χωρίς την δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική επίλυση του Κυπριακού.
Η
Ελλάδα υποστηρίζει σθεναρά κάθε προσπάθεια για την εξεύρεση μιας
συμφωνημένης και βιώσιμης λύσης, επί τη βάσει των αποφάσεων των Ηνωμένων
Εθνών, η οποία θα συνάδει με τις αρχές και αξίες, το θεσμικό και νομικό
πλαίσιο και το κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αν και η λύση
του Κυπριακού είναι επείγουσα γιατί το ζήτημα χρονίζει, εντούτοις δεν
μπορεί να είναι βεβιασμένη. Για τον λόγο αυτόν, η θέση αυστηρών
χρονοδιαγραμμάτων και προθεσμιών είναι αντιπαραγωγική. Προτάσεις, όμως,
όπως αυτές του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας που σκοπό έχουν να
προωθήσουν και να επισπεύσουν τις διαπραγματεύσεις είναι λίαν
εποικοδομητικές και θα πρέπει να υποστηρίζονται.
Η διατήρηση των
στρατιωτικών δυνάμεων κατοχής, η μη αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας
από την Τουρκία και η προώθηση διαιρετικών λύσεων δεν συμβάλλουν στην
επίτευξη της λύσης του Κυπριακού.
Όσον αφορά την ασφάλεια της
επανενωμένης Κύπρου και του κυπριακού λαού, Ελληνο-κυπρίων και
Τουρκο-κυπρίων, δεν έχουν θέση στη σύγχρονη ευρωπαϊκή πραγματικότητα τα
παρωχημένα συστήματα εγγυήσεων και τα μονομερή δικαιώματα επέμβασης
τρίτων, τα οποία είναι ξένα προς τον τρόπο λειτουργίας της ΕΕ. Η
αποτελεσματική και λειτουργική συμμετοχή της επανενωμένης Κύπρου στην ΕΕ
θα αποτελέσει την καλύτερη δυνατή εγγύηση για την ασφάλεια και ευημερία
όλων των Κυπρίων.
Η κατάσταση των Τουρκο-κυπρίων οφείλεται στην
κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου από την Τουρκία και στη
δημιουργία μιας ψευδο-οντότητας την οποία δεν αναγνωρίζει κανένα κράτος
μέλος της διεθνούς κοινότητας εκτός από τη ίδια τη Τουρκία. Η Ελλάδα
υποστηρίζει μέτρα για την οικονομική ενίσχυση των Τουρκο-κυπρίων, εφόσον
συντείνουν στην επαναπροσέγγιση των δυο Κοινοτήτων και την επανένωση
της νήσου. Ωστόσο, είναι αντίθετη σε ενέργειες και μέτρα που
αναβαθμίζουν τις «αρχές» της παράνομης ψευδο-οντότητας, διότι έτσι
προωθείται η διαίρεση της νήσου αντί η επανένωσή της που είναι ο γενικά
αποδεκτός στόχος, η επίτευξη του οποίου θα έλυνε αμέσως και το ζήτημα
της αποκοπής των Τουρκο-κυπρίων από τη διεθνή κοινότητα.















